Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ

Ενδεικτική παράθεση δικαστικών αποφάσεων που δέχθηκαν την ευθύνη των οδοντιάτρων

 

Από 1/4/2009 ισχύει ο Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας (Π.Δ. 39/2009), ο οποίος μαζί με το νόμο 1026/1980 που διέπει τη λειτουργία των Οδοντιατρικών Συλλόγων και της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας, αποτελούν το βασικό νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος.

Η ευθύνη του Οδοντιάτρου διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες:

  • Την πειθαρχική ευθύνη απέναντι στα επαγγελματικά όργανα για τις παραβιάσεις των καθηκόντων και υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τον Κ.Ο.Δ.. Το πειθαρχικό παράπτωμα κρίνεται κατά περίπτωση και τιμωρείται από το αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο που επιβάλει πειθαρχική ποινή ανεξάρτητα από ποινική ευθύνη ή άλλη κύρωση κατά τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις. Οι ποινές που επιβάλλονται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι η έγγραφη επίπληξη, το πρόστιμο, η προσωρινή παύση εξασκήσεως του οδοντιατρικού επαγγέλματος από δεκαπέντε ημέρες έως έξι μήνες και η οριστική παύση εξασκήσεως του οδοντιατρικού επαγγέλματος.
  • Την ποινική ευθύνη έναντι της πολιτείας που τιμωρεί τον Οδοντίατρο με βάση τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για πρόκληση σωματικής βλάβης ή θανάτου και
  • Την αστική ευθύνη απέναντι στον ασθενή με βάση την οποία υποχρεούται να τον αποζημιώσει εάν κατά την άσκηση του επαγγέλματος του προκάλεσε υπαιτίως ζημία σ’ αυτόν.

Ο οδοντίατρος οφείλει καταρχήν να ενημερώνεται για τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή με τη λήψη ιστορικού σύμφωνα με το άρθρο 6 & 1 του Κ.Ο.Δ..

Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 6 του Κ.Ο.Δ. «κατά κανόνα και εκτός από τις επείγουσες περιπτώσεις ο οδοντίατρος οφείλει να ενημερώνει τον ασθενή για τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τις συνέπειες της προτεινόμενης, ή ενδεδειγμένης θεραπευτικής αγωγής, ή τις εναλλακτικές μορφές θεραπείας, για τους τυχόν κινδύνους και τα διάφορα προληπτικά και με τα θεραπευτικά μέτρα, που πρέπει να ληφθούν, καθώς επίσης και για το συνολικό κόστος της θεραπείας. Ο ασθενής, εφόσον δεν επιθυμεί να ενημερωθεί ο ίδιος προσωπικά, μπορεί να επιλέξει να ενημερωθεί πρόσωπο της προτίμησης του.

Ο οδοντίατρος έχει καθήκον πλήρους ενημέρωσης προς τον ασθενή, δύναται όμως να αποκρύψει, ή να αποκαλύψει μέρος της αλήθειας για τη νόσο, εφόσον διαβλέπει, ότι η ενημέρωση αυτή δυνατόν να προκαλέσει σοβαρή ψυχοσωματική διαταραχή στο συγκεκριμένο άτομο. Στις περιπτώσεις αυτές οφείλει, για την προστασία της υγείας του ασθενή, να ενημερώσει πλήρως τους πλησιέστερους συγγενείς του».

Ο οδοντίατρος πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε οδοντιατρικής θεραπείας, πρέπει να έχει βεβαιωθεί, ότι έχει τη συναίνεση του ασθενή. Η συναίνεση δύναται να είναι γραπτή, όταν πρόκειται για εκτεταμένη επέμβαση, που χρήζει ολικής αναισθησίας (άρθρο 7 του Κ.Ο.Δ.).

Με τον όρο συναίνεση νοείται, ότι ο ασθενής έχει ενημερωθεί, έχει κατανοήσει όσον το δυνατόν περισσότερο και έχει αποδεχτεί όλα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6.

Η συναίνεση του ασθενούς και μάλιστα εγγράφως και λεπτομερώς έχει πρωταρχική σημασία στις περιπτώσεις που η σύγχρονη οδοντιατρική  καλείται να αντιμετωπίσει και τα αισθητικά προβλήματα στην οδοντοστοιχία με την εφαρμογή νέων μοντέρνων τεχνικών. Η υποχρέωση του οδοντιάτρου για λήψη λεπτομερούς συναίνεσης από τον ασθενή μετά από αναλυτική ενημέρωση του ειδικά για τους κινδύνους κατά την εκτέλεση αισθητικών/κοσμητικών επεμβάσεων είναι αυξημένη διότι εκλείπει ο θεραπευτικός σκοπός της επέμβασης. Η μάλλον κρατούσα άποψη πρεσβεύει ότι ο οδοντίατρος οφείλει να ενημερώνει για τους «τυπικούς» κινδύνους ορισμένης πράξης οι οποίοι εμφανίζονται σε ποσοστό άνω του 3% (κατ’ άλλους άνω του 1%) αλλά λόγω βαρύτητας και για τον κίνδυνο θανάτου ή σοβαρής αναπηρίας έστω και αν αυτά είναι πολύ σπάνιες επιπλοκές στην οδοντιατρική πράξη. Η μη λήψη συναίνεσης καθιστά την ιατρική πράξη παράνομη έστω και αν το δυσμενές αποτέλεσμα δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδοντιάτρου. Επίσης ο ασθενής, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ιατρικής πράξης που έγινε χωρίς τη συναίνεση του,  έχει το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για προσβολή της προσωπικότητας του με την έννοια ότι προσβλήθηκε το δικαίωμα του για αυτοκαθορισμό και η βουλητική του αυτονομία.

Πάντως ο οδοντίατρος είναι υποχρεωμένος να απέχει ακόμη και παρά την αντίθετη εκπεφρασμένη βούληση του ασθενή από οποιαδήποτε επέμβαση που εγκυμονεί δυσανάλογους κινδύνους σε σχέση με τα οφέλη. Ιδιαίτερη περίπτωση συνιστούν οι αισθητικές επεμβάσεις που ο οδοντίατρος είναι υποχρεωμένος να απέχει από κάθε πράξη που εκθέτει τον πελάτη σε οποιονδήποτε κίνδυνο.

Ο οδοντίατρος έχει υποχρέωση τήρησης του αρχείου και διατήρησης του για μια δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενούς. Ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης στο αρχείο και λήψη αντιγράφων του φακέλου του.

Ο οδοντίατρος ευθύνεται αν ενεργήσει από δόλο ή από αμέλεια. Αμέλεια συντρέχει όταν ο οδοντίατρος προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης. Ο οδοντίατρος έχει υποχρέωση επιμέλειας και όχι υποχρέωση συγκεκριμένου αποτελέσματος δεδομένου ότι η ιατρική επιστήμη δεν έχει εξασφαλίσει ούτε βέβαιη πρόγνωση ούτε ακρίβεια των αποτελεσμάτων θεραπείας.

Η οδοντιατρική αμέλεια εμφανίζεται με τις εξής μορφές:

  1. Εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μιας νόσου απόρροια της μη συμμόρφωσης με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της οδοντιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Το πρώτο βήμα για την ορθή διάγνωση είναι η λήψη του ιστορικού του ασθενούς, η κλινική και ακτινογραφική εξέταση του και σωστή εκτίμηση και αξιολόγηση καθώς και οι εργαστηριακές εξετάσεις κατά περίπτωση
  2. Εσφαλμένη επιλογή της θεραπευτικής αγωγής ως απόρροια εσφαλμένης διάγνωσης
  3. Εσφαλμένη/πλημμελής εκτέλεση της θεραπευτικής αγωγής
  4. Όσο αφορά τις χειρουργικές επεμβάσεις αυτές διακρίνονται σε τρία στάδια: το προεγχειρητικό που περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες εξετάσεις που επιβάλει το είδος της κάθε επέμβασης, το στάδιο της εγχείρησης κατά το οποίο ο χειρουργός θα πρέπει να συμμορφώνεται προς όλους τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητας του και το μετεγχειρητικό στάδιο κατά το οποίο πρέπει να διενεργεί επιμελή έλεγχο της πορείας υγείας του ασθενούς.

 

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΩΝ

  • Άρειος Πάγος 1009/2013. Δεκτή η αγωγή ασθενούς στην οποία εκθέτει ότι η επισκέφθηκε τον εναγόμενο που είναι οδοντίατρος, στο ιατρείο του για να υποβληθεί σε ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση) του δεύτερου αριστερού κοπτήρα της άνω γνάθου. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απονεύρωσης, ο εναγόμενος έπρεπε να προβεί σε αποστείρωση του δοντιού χρησιμοποιώντας προς τούτο υδροξείδιο του ασβεστίου. Το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική για την απολύμανση του δοντιού, διατίθεται για την χρήση αυτή σε μορφή σκόνης ή σε μορφή πάστας σε ειδικές πλαστικές σύριγγες για εύκολη τοποθέτηση … Είναι υλικό υδατοδιαλυτό και εξαιρετικά καυστικό για τους ιστούς, ιδιαίτερα σε υγρό περιβάλλον, όπως το στόμα και ο οφθαλμός, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τους διαδίκους βιβλιογραφία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος χρησιμοποίησε για άγνωστο λόγο σύριγγα μεταλλική, αντί της ειδικής κατά τα ανωτέρω πλαστικής σύριγγας, στην προσπάθειά του δε να εκχύσει το υλικό αυτό στο δόντι της εναγούσης, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της επέμβασης καθόταν σε ημιύπτια θέση στο ειδικό οδοντιατρικό κάθισμα, απέτυχε. Κατόπιν αυτού αναζήτησε άλλη σύριγγα από την βοηθό του … και αφού δεν βρέθηκε, επιχείρησε να εκχύσει το υλικό στο δόντι με την ίδια σύριγγα. Παρότι όμως γνώριζε λόγω της ιδιότητάς του, ότι το υλικό αυτό πήζει εύκολα και είναι ιδιαίτερα καυστικό, ότι η μεταλλική σύριγγα που χρησιμοποιούσε δεν ήταν κατάλληλη, εφόσον ο ίδιος είχε αναζητήσει να χρησιμοποιήσει άλλη αντί αυτής, δεν φρόντισε πριν προβεί στην δεύτερη προσπάθεια να βεβαιωθεί ότι η σύριγγα λειτουργεί κανονικά και ότι το υλικό ρέει και δεν έχει πήξει, επιχειρώντας χρήση της σε ασφαλές περιβάλλον, μακράν της εναγούσης, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια μέσα ο μέσος συνετός και επιμελής οδοντίατρος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων ώστε να διαφυλάξει την υγεία της ασθενούς του, όπως είχε υποχρέωση από τον κώδικα ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος (άρθρο 24 ΑΝ 1565/1939). Αντίθετα, επιχείρησε για δεύτερη φορά την έκχυση, χωρίς να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα και χωρίς έστω να προειδοποιήσει την ενάγουσα να κρατήσει κλειστούς τους οφθαλμούς της, ασκώντας μεγάλη πίεση στην σύριγγα λόγω της προηγούμενης δυσλειτουργίας αυτής, αλλά και της εν τω μεταξύ πήξεως του υλικού, με αποτέλεσμα το υλικό να εκτοξευτεί με δύναμη και να εισέλθει στον αριστερό οφθαλμό της εναγούσης, προκαλώντας της σωματική βλάβη και συγκεκριμένα έγκαυμα του κερατοειδούς και του επιπεφυκότος. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά αποκλειστικά υπαίτιος της σωματικής βλάβης της εναγούσης είναι ο εναγόμενος, ο οποίος παρέλειψε από αμέλεια να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, στις οποίες αν είχε προβεί δεν θα είχε επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για την πράξη αυτή της σωματικής βλάβης της εναγούσης, ο εναγόμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με τις αποφάσεις 11621 και 9056/2006 του Τριμελούς Πλημ/κείου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα.
  • Εφετείο Λάρισας 216/2014. Δεκτή η αγωγή τριών ασθενών που ισχυρίσθηκαν ότι επισκέφθηκαν διαδοχικά κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή τους χρονικά διαστήματα την εναγομένη, η οποία έχει την ειδικότητα της οδοντιάτρου  χειρουργού, στο ιατρείο της και αυτή ανέλαβε τη θεραπεία τους, στα πλαίσια της οποίας υπέβαλε την κάθε μία τους στις οδοντικές θεραπείες που αναφέρουν με λεπτομέρεια στην αγωγή τους (απονευρώσεις, εμφράξεις κλπ). Ότι η εναγομένη εκτέλεσε τις ως άνω θεραπείες με ανεπιτηδειότητα και αμέλεια που συνίσταται στην εσφαλμένη διάγνωση, καθώς δεν υφίστατο λόγος να υποβληθούν αυτές στις εν λόγω θεραπείες, αλλά και πλημμελή θεραπευτική αγωγή, διότι οι θεραπείες αυτές ήταν ελλιπείς, με αποτέλεσμα στη μεν πρώτη και δεύτερη από αυτές, να σπάσει από ένα δόντι, όλες δε αυτές να πρέπει να επαναλάβουν τις θεραπείες προς αποτροπή απώλειας άλλων οδόντων και αποτροπής αλλαγής του χρώματός τους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
  • Άρειος Πάγος 853/2017. Δεκτή η αγωγή γονέων ενεργούντων ως ασκούντες τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους που εξέθεσαν ότι “κατά το μήνα Μάιο του έτους 2000, η εναγόμενη, οδοντίατρος ανέλαβε να διενεργήσει οδοντιατρικές και ορθοδοντικές εργασίες στην οδοντοστοιχία της, ανήλικης θυγατέρας τους προκειμένου να αντιμετωπιστεί πρόβλημα ανατολής ευμεγεθών μονίμων οδόντων. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτής, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τον μήνα Μάιο του έτους 2004, η εναγόμενη τοποθέτησε ειδικούς ελαστικούς δακτυλίους, “λαστιχάκια” στην οδοντοστοιχία της, υποδεικνύοντας της ότι δεν έπρεπε να αφαιρούνται, ούτε κατά τη διάρκεια της νύκτας. Λίγες ημέρες αργότερα και ενώ αυτή (ενάγουσα) ακολουθούσε επακριβώς τις υποδείξεις της, άρχισε να νιώθει έντονους πόνους, ενώ οι ειδικοί ελαστικοί δακτύλιοι “λαστιχάκια” εξαφανίστηκαν. Η εναγόμενη οδοντίατρος ενημερώθηκε αμέσως προς τούτο, ωστόσο καθησύχασε αυτή και τους γονείς της και της χορήγησε αναλγητικά φάρμακα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τελικά οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να απευθυνθούν σε άλλους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και, μετά από σειρά εξειδικευμένων ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε αυτή (ενάγουσα), διαπιστώθηκε ότι “οι ειδικοί ελαστικοί δακτύλιοι “λαστιχάκια” είχαν εισχωρήσει πολύ βαθιά στα ούλα, με αποτέλεσμα να απορροφηθούν από αυτά και να προκληθεί, εκτός των άλλων, έντονη φλεγμονή, οίδημα και καθίζηση των ούλων στην περιοχή των άνω κεντρικών τομέων, οι οποίοι ήταν “ενωμένοι” με σύνθετη ρητίνη, που επεκτεινόταν και υποουλικά, ενώ βρίσκονταν σε τραυματική σύγκλειση με τους τομείς της κάτω γνάθου, καθώς και έντονη κινητικότητα των δοντιών 11 και 21 και αιμορραγία αυτών κατά την ανίχνευση”. Τελικά οι ειδικοί ελαστικοί δακτύλιοι αφαιρέθηκαν μετά από χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε (η ενάγουσα), στις 14-1-2005, από τον γναθοχειρουργό, Κ. Ν., και στη συνέχεια ακολουθήθηκε θεραπεία αποκατάστασης, ωστόσο η οδοντοστοιχία της έχει υποστεί μόνιμη βλάβη, ενώ στο μέλλον απαιτείται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για προσθετική αποκατάσταση των δοντιών 11 και 21, με δημιουργία οστικού μοσχεύματος και εμφυτεύματα, όπως αναλυτικό εκτίθεται στην αγωγή. Η βλάβη αυτή οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά της εναγομένης – οδοντιάτρου, η οποία, κατά την άσκηση των ιατρικών της καθηκόντων, δεν ενήργησε, όπως όφειλε και μπορούσε, σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ειδικότερα, αφενός μεν χρησιμοποίησε ελαστικό νήμα γύρω από τη βάση των δοντιών, χωρίς προηγουμένως αυτό, είτε να έχει σταθεροποιηθεί με κάποιου είδους συνδετήρα ή άγκιστρο, είτε να έχει συνδεθεί απευθείας με τα δόντια ή με τους ορθοδοντικούς συνδέσμους αφετέρου δε, μολονότι ενημερώθηκε ότι οι ειδικοί ελαστικοί δακτύλιοι είχαν εξαφανιστεί και ότι η αυτή (ενάγουσα) υπέφερε από έντονο άλγος, σε ουδεμία ενδεδειγμένη ιατρική ενέργεια προέβη, προς αποφυγή ή μείωση της ανωτέρω προκληθείσης βλάβης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή.

 

Συμπερασματικά, οι οδοντίατροι είναι αντιμέτωποι με μια νέα κατάσταση πραγμάτων την οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν. Οφείλουν να τηρούν όλους τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης  κατά την ενάσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, να μεριμνούν για τη λήψη και διαφύλαξη λεπτομερειακών εγγράφων συναινέσεων από τους ασθενείς και να συνάπτουν ασφαλιστήρια συμβόλαια προς κάλυψη της αστικής τους ευθύνης. Η εμπιστοσύνη των ασθενών δεν είναι δεδομένη.