Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ  – ΕΥΘΥΝΗ ΕΙΔΙΚΕΥΟΜΕΝΩΝ ΙΑΤΡΩΝ

Η ιατρική ευθύνη, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, την κρατούσα νομολογία και θεωρία άποψη, στηρίζεται στην αρχή της υπαιτιότητας.

Προϋπόθεση της ευθύνης του ιατρού είναι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, που εντοπίζεται είτε στο ιατρικό λάθος (που τελείται είτε με πράξη όπως π.χ. λανθασμένη ιατρική συμβουλή, λανθασμένη συνταγογράφηση,  ο ιατρός ξέχασε μια γάζα στην κοιλιά του ασθενή κατά τη διάρκεια της επέμβασης είτε με παράλειψη όπως π.χ. ο ιατρός δεν διέβλεψε ότι ο ασθενής πρέπει να χειρουργηθεί και δεν τον χειρούργησε) είτε στην αυθαίρετη διενέργεια ιατρικής πράξης όπως π.χ. ο ιατρός προχώρησε σε ακρωτηριασμό χωρίς να ενημερώσει τον ασθενή.

Συνήθως η έννοια του ιατρικού σφάλματος ταυτίζεται με την παράβαση των «κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης» [lege artis]. Ως σημείο αναφοράς για την εκτίμηση της παράβασης είναι ο μέσος συνετός ιατρός [bonus medicus].

Επειδή όμως η ιατρική δεν είναι κανονιστική επιστήμη και οι ιατροί σχεδόν ποτέ δεν λειτουργούν με βεβαιότητες, αλλά με στατιστικές πιθανότητες, το πρότυπο αυτό είναι συχνά ασαφές. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται παράλληλα και η έννοια των ιατρικών προτύπων ποιότητας [standards/guide lines], η παραβίαση των οποίων μπορεί να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα.

Έτσι ο μέσος συνετός ιατρός τηρεί τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας [ενεργεί lege artis], όταν ενεργεί σύμφωνα με το «κατά το χρόνο της πράξης επίπεδο της ιατρικής επιστημονικής γνώσης και της τεχνικής» και συγκεκριμένα σύμφωνα με τις κρατούσες και παγιωμένες απόψεις και μεθόδους και όχι αυτές που εφαρμόζονται περιθωριακά ή πειραματικά.

Επίσης, ιατρική αμέλεια υπάρχει και όταν προσβάλλεται η προσωπικότητα του ασθενούς, δηλαδή ο γιατρός επεμβαίνει στη σφαίρα της προσωπικότητας του ασθενούς όσον αφορά τις εκφάνσεις της ζωής του, δηλαδή  της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας, της ελευθερίας αυτοκαθορισμού, της ελευθερίας να αποκτά κάποιος παιδιά και να αναγνωρίζεται ως γονιός π.χ. παράνομη καταστροφή γεννητικού υλικού (σπέρματος) προσβάλει την προσωπικότητα του δότη, διότι αυτός θίγεται στην ειδικότερη έκφανση της δημιουργίας οικογένειας και της απόκτησης απογόνων (η προσβολή είναι μεγαλύτερη όταν αποκλείεται η μοναδική πιθανότητα αναπαραγωγής). Έκφανση της προσωπικότητας είναι επίσης το δικαίωμα επιλογής ή μη της μητρότητας π.χ. αποτυχημένη άμβλωση, η παράλειψη διάγνωσης σοβαρών ανωμαλιών στο κυοφορούμενο με αποτέλεσμα να γεννηθεί τέκνο με σοβαρά προβλήματα υγείας, δηλαδή  θα πάσχει από μία ιδιαίτερα βαριά νόσο ή βλάβη της υγείας του, σε κάθε περίπτωση μη ιάσιμη ή μη αντιμετωπίσιμη ιατρικά με διορθωτική παρέμβαση ώστε να παρίσταται ιδιαίτερα σκληρό και καταχρηστικό να ζητηθεί από την έγκυο η συνέχιση της κύησης.

Ο ιατρός οφείλει να παρέχει  με  ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Επίσης ο ιατρός οφείλει να φέρεται στον ασθενή με σεβασμό και κατανόηση χωρίς διάκριση φύλου, φυλής, θρησκείας εθνικότητας, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, κοινωνικής θέσης ή πολιτικής ιδεολογίας. Ο γιατρός οφείλει να ενημερώνει έγκαιρα και σωστά τον ασθενή ώστε αυτός να είναι σε θέση ψύχραιμα να εκτιμήσει τις ιατρικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους της κατάστασης του και να λάβει τις αποφάσεις του. Επίσης στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας υπάρχει ειδικό άρθρο για την ενημέρωση σχετικά με την ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, όπου γίνεται μνεία ότι οι γιατροί πρέπει να απέχουν από κάθε προσπάθεια βιομηχανοποίησης της. Ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης. Τέλος οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητα του. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης.

Ειδικότερα, όσον αφορά την οφειλόμενη από τον ιατρό προσοχή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί σχηματικά και δογματικά εκ προοιμίου, αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του ιατρού, δεν είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, δεδομένου ότι κάθε ιατρικό περιστατικό παρουσιάζει μοναδικότητα και ιδιοτυπία καθοριστική των ενδεδειγμένων ενεργειών του ιατρού και έτσι, προσδιοριστική της επιμέλειας την οποία πρέπει αυτός να καταβάλει. Είναι προφανές ότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αντικειμενικών δεδομένων, εξαρτάται από το βαθμό και την ποιότητα της γνώσης και εμπειρίας του επιλαμβανόμενου ιατρού. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι το μέτρο της οφειλόμενης από τις περιστάσεις περίσκεψης του συγκεκριμένου ιατρού, πρέπει να είναι η προσοχή που δείχνει κάθε μέσος ιατρός αν βρεθεί, αν όχι κάτω από τις ίδιες, σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές που βρέθηκε και ενήργησε ο εκάστοτε κρινόμενος ιατρός. Ωστόσο, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες του κρινόμενου ιατρού, με αποτέλεσμα η απαιτούμενη προσοχή να διαφοροποιείται μεταξύ μη ειδικών (ειδικευόμενων) και ειδικευμένων ιατρών, αφού  οι τελευταίοι έχουν τις απαραίτητες γνώσεις που τους καθιστούν ικανότερους να αντιμετωπίσουν τα περιστατικά που ανάγονται στην ειδικότητά τους. Ειδικότερα σύμφωνα με το νόμο, ο ιατρός ενεργεί με βάση, α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. Ο νόμος αποτυπώνει την ιδιαίτερη σημασία στις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες του ιατρού, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την επίταση της ευθύνης του. Η οφειλόμενη προσοχή πρέπει να υπάρχει και στην περίπτωση του ανειδίκευτου ιατρού, όταν η διάγνωση του ανακύπτοντος προβλήματος δεν προϋποθέτει ειδικές ή επιπλέον ιατρικές γνώσεις, που προσδίδει στον ιατρό η απόκτηση μιας ειδικότητας, αλλά μπορεί να επιτευχθεί και με τις βασικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης, που κάθε ιατρός πρέπει να διαθέτει. Ειδικά όσον αφορά τους ειδικευόμενους ιατρούς, αυτοί ενεργούν ιατρικές πράξεις υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση των ειδικευμένων ιατρών. Ο σκοπός εξ άλλου της απασχόλησης τους ως «ειδικευόμενων», είναι μέσα από την πρακτική εξάσκηση, να αποκομίσουν την απαραίτητη γνώση και εμπειρία, ούτως ώστε να καταστούν και οι ίδιοι «ειδικευμένοι». Πλην όμως, και λαμβανομένου υπόψη κατά περίπτωση και του χρονικού διαστήματος της εξειδίκευσης που έχει παρέλθει, οι  ειδικευόμενοι ιατροί μπορούν να διενεργούν ιατρικές πράξεις, για τις οποίες δεν απαιτούνται ιδιαίτερες ιατρικές γνώσεις (π.χ. αιμοληψία). Ευθύνονται δε, εάν δεν παράσχουν ή παράσχουν πλημμελώς ιατρική αρωγή (μη διενέργεια ιατρικών πράξεων ή διενέργεια αυτών κατά τρόπο εσφαλμένο, π.χ. πρώτες βοήθειες, εντολή διενέργειας εξετάσεων, αξιολόγηση συμπτωμάτων και αποτελεσμάτων εξετάσεων), για τις οποίες δεν απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις. Για τις ιατρικές πράξεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, οι ειδικευόμενοι οφείλουν να ενημερώσουν άμεσα και χωρίς οιαδήποτε καθυστέρηση τους ειδικευμένους ιατρούς, άλλως βαρύνονται με «σφάλμα περί την ανάληψη». Επίσης ευθύνονται εάν ενεργούν κατά παράβαση των οδηγιών και των υποδείξεων των ειδικευμένων ιατρών. Περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις ευθύνης και των τελευταίων (ειδικευμένων ιατρών) όταν αναθέτουν στους ειδικευόμενους τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, στις οποίες οι τελευταίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν («σφάλμα περί την ανάθεση») λόγω έλλειψης εμπειρίας και γνώσεων, χωρίς τη δική τους εποπτεία.

Ενδεικτικά αναφέρεται από τη νομολογία των δικαστηρίων ότι: καταδικάστηκε ειδικευόμενος ιατρός, διότι όταν εξέτασε μια ασθενή μπορεί να μην είχε την απαιτούμενη πείρα ώστε να διαγνώσει τη διάτρηση, θα έπρεπε όμως να καλέσει ανώτερό του ιατρό για τις δέουσες ενέργειες. Επίσης αθωώθηκε ειδικευόμενος ιατρός, διότι ήταν ειδικευόμενος έξι μηνών χωρίς καμιά αποφασιστική αρμοδιότητα.